Μισός αιώνας συμπληρώνεται φέτος από την πρώτη κυκλοφορία του ιστορικού πια βινυλίου ΦΟΡΤΗΓΟ.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για το φορτηγό διονυσης σαββόπουλος

Αποτέλεσμα εικόνας για το φορτηγό διονυσης σαββόπουλος

 

Ο Διονύσης Σαββόπουλος το παρουσίασε αρχικά στην αίθουσα του αρχαιότερου Φιλολογικού Συλλόγου της πόλης των Αθηνών, την αίθουσα του “Παρνασσού” τον περασμένο Δεκέμβρη και κατόπιν στον πολυχώρο τέχνης gazarte ως τα τέλη του Μάρτη. Η παράσταση θεωρήθηκε σταθμός για την ελληνική μουσική σκηνή με πολλούς κριτικούς να την κατατάσσουν ως την καλύτερη του δημιουργού μέχρι σήμερα και την παρακολούθησαν χιλιάδες άνθρωποι και πλήθος καλλιτεχνών από όλο το φάσμα των τεχνών.

 

 

 

 

Και τώρα μετά από 50 χρόνια ο Διονύσης Σαββόπουλος κάνει το ταξίδι αντίστροφα και γυρίζει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε με το ΦΟΡΤΗΓΟ του: στην Θεσσαλονίκη, για μια μοναδική παράσταση. Την Τρίτη 9 Μαΐου στο Βασιλικό θέατρο. Θα ακούσουμε τα τραγούδια και τις ιστορίες του ΦΟΡΤΗΓΟΥ, θα δούμε πώς ο γνωστός και διακεκριμένος πλέον Σαββόπουλος του σήμερα συναντά τον άγνωστο και νεαρό Σαββόπουλο του 1966 και πώς ερμηνεύει τώρα, μετά από πενήντα χρόνια, τα τραγούδια εκείνου, του πρώτου του δίσκου.

 

 

 

Στη σκηνή αυτής της ιστορικής αίθουσας του Βασιλικού Θεάτρου, ανεβαίνουν πλάι του κάποιοι χαρισματικοί νέοι τραγουδοποιοί -που έχουν ξεκινήσει ήδη το δικό τους συναρπαστικό μουσικό ταξίδι- προκειμένου να τον συνοδεύσουν, να τραγουδήσουν και να γιορτάσουν μαζί του στην πόλη όπου γεννήθηκε και τον καθόρισε.

 

 

Λόγια και εικόνες από το «Φορτηγό»

Συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου στον Κώστα Μπλιάτκα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» τη Δευτέρα 8 Μαΐου 2017, επί ευκαιρίας της επετειακής συναυλίας για τα 50 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου.

 

 

Από τις διηγήσεις του Διονύση Σαββόπουλου, μία από τις πιο συναρπαστικές είναι αυτή που περιγράφει το παιδάκι που κάποτε υπήρξε να σκαρώνει στιχάκια. «Τα βράδια με βάζανε και κοιμόμουνα νωρίς, για να έχουν την ησυχία τους. Με βάζανε δηλαδή 8 – 9 η ώρα και κοιμόμουνα. Περνούσαν τα χρόνια όμως μεγάλωνα και συνέχιζαν να με βάζουν να κοιμάμαι νωρίς, για να έχουν πάλι την ησυχία τους, αλλά άρχισα να ξυπνάω και εγώ πιο νωρίς όμως πάλι δεν έπρεπε να σηκωθώ γιατί κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς μου, γιατί ήθελαν την ησυχία τους. Ναι, αλλά εγώ τι να έκανα. Το παιδάκι των 5 χρόνων που ήμουνα παρέμενα ξαπλωμένο στο κρεβατάκι, έβλεπα από τις γρίλιες το φως να μπαίνει στο ντιβάνι και για να περάσει η ώρα σκάρωνα τραγουδάκια. Μουρμούριζα τραγουδάκια.

«Η Έφη είναι όμορφη, ο Σταύρος δεν τη θέλει»… Κάτι τέτοια. Ή «ο Κώστας πρέπει να γίνει μάγειρας και η Ρούλα πρέπει να γίνει δούλα…». Ό,τι μου ερχόταν δηλαδή να περάσει η ώρα μέχρι που να ξυπνήσει η μαμά, για να με σηκώσουν κι εμένα. Κατά κάποιον τρόπο το ίδιο μου συνέβη και αργότερα όταν μεγάλωσα και έγινα μουσικός. Διότι εγώ όταν έφτιαχνα έναν δίσκο, μετά σαν να βυθιζόμουνα σε χειμερία νάρκη. Κάποια στιγμή ξυπνούσα και άρχισα πάλι να σκαρώνω, να γράφω κάποια τραγούδια. Έως ότου ξυπνήσουν οι ενήλικες, το κοινό και με αναλάβουν. Αυτό γινόταν». Δεν βρίσκω πιο πειστική εξήγηση αυτού που ακολούθησε.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για το φορτηγό διονυσης σαββόπουλος

 

 

 

Το «Φορτηγό» είναι ο πρώτος, ο αξεπέραστος και πρωτοποριακός δίσκος του Διονύση Σαββόπουλου, που γεννήθηκε μέσα από γεγονότα τα οποία ακόμα συναρπάζουν τόσο αυτούς που τα θυμούνται όσο και αυτούς που τα πρωτοακούν. Ο Διονύσης Σαββόπουλος σύμφωνα με πολλούς υπήρξε και παραμένει για το ελληνικό τραγούδι αλλά και για τη μουσική παράδοση ό,τι και ο Μπομπ Ντίλαν για την Αμερική. Εισήγαγε κι αυτός ποιητικές εκφράσεις στο σώμα του τραγουδιού μας. Το πώς ερμηνεύεται αυτή η πορεία είναι άλλο θέμα. Λένε πως αν δηλώνεις ότι ξέρεις τι συνέβη τη δεκαετία του εξήντα (δεκαετία που γεννήθηκε το φαινόμενο «Σαββόπουλος»), απλώς δεν ήσουν εκεί! Πόσο μάλλον όταν δηλώνεις ότι ξέρεις τον Σαββόπουλο…

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για το φορτηγό διονυσης σαββόπουλος

Ο Διονύσης Σαββόπουλος στο «Καρνάγιο» στις Σπέτσες το 1965. Φωτογραφία: Κάτια Λεμπέση

 

 

 

 

Το φορτηγό πρωτοκυκλοφόρησε στα τέλη του 1966. Το εξώφυλλο το ’φτιαξε ο επιστήθιος φίλος του Αλέξης Κυριτσόπουλος, ο οποίος πολλές φορές αργότερα υπήρξε πηγή έμπνευσης και σχεδόν το εικαστικό άλτερ έγκο του τροβαδούρου.

– «Αν εξαιρέσουμε το ωραίο εξώφυλλο του Αλέκου για το ‘Φορτηγό’, ο δίσκος είναι χάλια. Τραγουδάω εκεί μέσα σαν να με πνίγουνε. Σαν να με κυνηγάνε. Οι τεχνικοί και οι ηχολήπτες ρωτούσαν τον καημένο τον Πατσιφά ‘μα τι περιμένετε να βγει από αυτό;’. Οι φίλοι λέγανε, πάει αυτός, τρελάθηκε, παράτησε τις σπουδές του και βγήκε και τραγουδάει. Η μαμά μου με έβλεπε στη σκηνή από τις πρώτες σειρές των καθισμάτων σε μία εκδηλωσούλα, με τα ματάκια της τρομαγμένα σαν να μου ’λεγε ‘αχ, Διονυσάκη παιδί μου, γιατί τα κάνεις όλα αυτά;’ Καλά, ο πατέρας μου δεν μου μιλούσε, επειδή είχα φύγει απ’ το σπίτι. Οι κριτικοί ήταν αμήχανοι. Προτίμησαν να μη γράψουν τίποτα απολύτως. Οι φίλοι της αριστεράς ήταν επιφυλακτικοί.

– Γιατί λες ότι αν τελείωνε ο πόλεμος, θα έκανε βολτίτσες χέρι χέρι με το κορίτσι του ο Φο Μι Τσιν;.

– Ε, τι θα έκανε;

– Θα οικοδομούσε το σοσιαλισμό!

– Α, μάλιστα!

Το ’χω γράψει και στο βιβλίο ‘Υπόγεια Διαδρομή’ ότι πιστεύω πως ο τροβαδούρος είναι ένα από τα τρομερά παιδιά της μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης αλλά και της συγκεκριμένης παρέας, του Ε’ Γυμνασίου και των δασκάλων που είχαν φλόγα, παιδεία και αγάπη για το ‘δασκαλίκι’». Παιδί της εποχής των τραμ της Βασιλίσσης Όλγας (που τα έφαγε η μπουλντόζα της αντιπαροχής κι αυτά), του αυστηρού πατέρα που έπαιρνε με προφυλάξεις τη ‘Μακεδονία’, γωνία Αγίας Σοφίας και Τσιμισκή, κρατώντας από το χέρι τον μικρό Διονύση ενώ πέρναγε ο Επιτάφιος. Της συντροφιάς που πήγαινε ‘ώς το σπίτι απ’ την ταβέρνα συζητώντας’ και ‘από τη διαδήλωση ώς το πάρτι τραγουδώντας’. Της αριστεράς που εδιώκετο, αλλά είχε -ακόμα- την αρχοντιά να σέβεται τον άνθρωπο και να μην τον φυλακίζει στις ετικέτες του ‘εργάτη’, του ‘φοιτητή’ του ‘συνδικαλιστή’, του ‘στελέχους’…

Το ’χει πει άλλωστε καλύτερα από τον καθένα ο ίδιος: ‘Αυτά τα τραγούδια μόνο Θεσσαλονικιός θα τα έγραφε’».

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για το φορτηγό διονυσης σαββόπουλος

 

 

«Το ‘Φορτηγό’», λέει ο ίδιος ο Διονύσης μέσα στην παράσταση, «είναι τα εφηβικά μου χρόνια, η μαγεία του δρόμου, το οτοστόπ, η αλητεία, ο δρόμος της καρδιάς.

Σήμερα βέβαια δεν είναι τόσο εύκολο να κάνεις οτοστόπ. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να σταματήσεις και να βάλεις στο αμάξι σουβέναν άνθρωπο που κάνει οτοστόπ. Ο άνθρωπός φοβάται και τον ίσκιο του, ζει μες στην αμφιβολία για το ποιος είναι τώρα αυτός, που μπορεί να είναι και ερώτημα και απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Δεν ήταν κάτι παράξενο το ωτοστόπ εκείνα τα χρόνια», λέει στο κοινό. Ουσιαστικά και συμβολικά φεύγανε τα παιδιά ‘απ’ των γονιών τους τις φωλιές’. Θέλανε να ανακαλύψουν τον κόσμο, να απαντήσουν στο ‘Ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω’».

Πώς το εξηγεί αυτό ύστερα από 50 χρόνια;

«Υπήρχε τότε η θαλπωρή της οικογένειας, η γειτονιά, η ενορία, το σόι αλλά εκείνοι οι άνθρωποι είχαν ζήσει μια καταστροφή, δύο πολέμους κι έναν εμφύλιο, είχαν δει πολλά πτώματα και φοβόντουσαν, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε πια λόγος να φοβούνται.

»Και ‘Τι ώρα θα γυρίσεις;’ και ‘Πού γυρνάτε με τις παρέες;’ και ‘Ποια είναι αυτή που σου τηλεφωνεί όλη την ώρα; Το μέλλον το σκέφτηκες; ΕΦΑΓΕΣ;’ Ε, δεν γίνεται έτσι. Φεύγαμε. Ήταν σχεδόν μόδα τότε. Τώρα; Δεν φεύγει κανείς! Κάθονται σπίτι, τσιμπάνε κάτι απ’ τη σύνταξη της γιαγιάς, να πιουν ένα καφεδάκι. Δεν το κατηγορώ, δεν το κρίνω, απλώς δεν ξέρω τι να πω. Άλλαζαν πάντα τόσο ραγδαία οι κοινωνικές και οι πολιτικές μόδες στην Ελλάδα. Μ’ άφηναν με το στόμα ανοιχτό, σαν τον βλάκα.

»Το ’62 οι μισοί Έλληνες ήταν πολίτες δευτέρας κατηγορίας. Αν δεν είχες πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, δεν έβγαζες ούτε άδεια αυτοκινήτου. Τότε ήταν που έγραψα το ‘Ήλιε, ήλιε αρχηγέ’ και το τραγουδούσα ‘Ήλιε, κόκκινε αρχηγέ’. Αλλά πώς θα περνούσε απ’ τη λογοκρισία; Αφαίρεσα το χρώμα κι έγινε στο πιο αθώο ‘Ήλιε, ήλιε αρχηγέ’, κι έτσι το αγάπησε ο κόσμος. Στη μεταπολίτευση θα μπορούσα βέβαια να το αποκαταστήσω, αλλά εν τω μεταξύ είχαν έρθει τα πάνω κάτω: πριν, εάν ήσουν αριστερός δεν έβγαζες ούτε αυτοκίνητο. Μετά; Εάν δεν ήσουν αριστερός, δεν έβγαζες ούτε γκόμενα. Δεν μου άρεσαν αυτά. Δεν ήθελα πια να είναι ο ήλιος μου ούτε κόκκινος ούτε πράσινος, ούτε μπλε. Ήθελα το τραγούδι μου -όπως έλεγε τότε ο Αλέκος ο Κυριτσόπουλος- να ’ναι το τραγούδι ενός εφήβου που κάνει αρχηγό του τον ήλιο. Τη λιακάδα της καρδιάς μας δεν θα αφήσω εγώ καμιά μόδα και καμιά εξουσία να τη σκεπάσει».

 

 

 

 

 

Τα τραγούδια του «Φορτηγού» δεν γράφτηκαν σε ένα στούντιο ούτε με πρόγραμμα για να γίνουν δίσκος. Το καθένα από αυτά έχει πίσω του μία συναρπαστική ιστορία την οποία είτε έχει διηγηθεί σε παραστάσεις και συνεντεύξεις του ο Διονύσης Σαββόπουλος είτε την έζησαν από κοντά φίλοι, όπως ο Μάκης Τρικούκης, ο οποίος άκουσε από τον Διονύση με την κιθάρα του έναν από τους ύμνους του.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για το φορτηγό βινύλιο διονυση σαββόπουλου

 

 

 

«Φορτηγού» στην πρώτη του μορφή:

«Το 1961, στο καφενείο ‘Μέλισσα’, πίσω από τη Μητρόπολη, στη γωνία των οδών Βογατσικού και Προξένου Κορομηλά, έφερε κάποια μέρα ο Τάκης ο Σιμώτας, που τον γνωρίζαμε ήδη, δύο συμμαθητές του στο Ε’ Γυμνάσιο: Τον Μπάμπη Καλλιπολίτη και τον Διονύση Σαββόπουλο. Πλάι στις παρέες που έπαιζαν πρέφα και τάβλι εμείς κουβεντιάζαμε περί παντός του επιστητού. Για την τέχνη, τη φιλοσοφία και την πολιτική….

»… Τα βράδια, μετά τις συνεδριάσεις, μαζευόμαστε στο ‘Ντορέ’, απέναντι από τον Λευκό Πύργο. Ήταν το στέκι των συνδικαλιστών της αριστεράς και του κέντρου. Οι συζητήσεις και οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις έφταναν συχνά τις μικρές ώρες. Εκείνη την εποχή μέναμε με τον Διονύση στην ίδια γειτονιά -στην οδό Μπιζανίου. Εκείνος κάτω από τη λεωφόρο Στρατού, εγώ πάνω. Από το ‘Ντορέ’ φεύγαμε πολλές φορές μαζί και θυμάμαι πως κάποιο βράδυ μ’ ανέβασε στο δωμάτιό του να μου παίξει στην κιθάρα ένα του τραγούδι. Τότε πρωτοάκουσα το ‘Ήλιος κόκκινος ζεστός’».

Το δράμα με τον Λαμπράκη, το σοκ που υπέστη όχι μόνο η πόλη, στο κέντρο της οποίας δολοφονήθηκε από παρακρατικούς ένας βουλευτής, αλλά και όλη η χώρα, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην απόφαση του Διονύση Σαββόπουλου να φύγει στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω σπουδές και Νομική, αλλά και την οικογένεια, το σπίτι και τους φίλους του.

Δυο μέρες μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη η πόλη ζούσε σε έναν διαρκή αναβρασμό. Ο ταξιτζής που πήρε τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μανόλη Γλέζο από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης για τους πάει στο «ΑΧΕΠΑ» όπου περνούσε κλινικά νεκρός τις τελευταίες του ώρες ο Γρηγόρης Λαμπράκης τούς είπε με απλά λόγια το συγκλονιστικό: «Αυτές τις μέρες οι γυναίκες δεν μαγειρεύουν»…

Στην παράσταση για τα πενήντα χρόνια από το «Φορτηγό», ο Διονύσης Σαββόπουλος για πρώτη φορά διηγείται με τέτοιες λεπτομέρειες πώς βγήκε για οτοστόπ, θέλοντας να πάει στην Αθήνα:

«Ήμασταν ανάστατοι όλοι οι φίλοι, σφίχτηκε το στομάχι μου, λιποθύμησα μες στο λεωφορείο, με σήκωσαν οι επιβάτες ‘Το παιδί, ρε!’, με κατέβασαν και με ακούμπησαν στην καρέκλα ενός καφενείου, στο πεζοδρόμιο. Ο Άλκης ο Σαχίνης μου ’λεγε ‘Τι θα κάνουμε, τι θα κάνουμε;’. ‘Θα γίνουμε αληθινοί’, δογμάτισα. Την άλλη μέρα αποχαιρέτησα σπίτι και σπουδές και βγήκα με έναν σάκο στην εθνική οδό -απέναντι απ’ το εργοστάσιο του Φιξ, αν έχετε υπόψη σας- να με πάρει κανένα αυτοκίνητο για κάτω, αλλά δεν σταματούσε κανένα. Εν τω μεταξύ βράδιαζε σιγά σιγά, ψιλόβρεχε κι όπως στεκόμουν απέναντι απ’ του Φιξ μουρμούριζα για να παρηγορηθώ ‘Είτε βρέξ, είτε φυσήξ, πάντα πάει μια μπίρα Φιξ’. Κι έρχεται και στέκεται μπροστά μου ολόκληρο θηρίο, ένα κόκκινο Volvo ήτανε. Ανοίγω την πόρτα, ‘για Αθήνα;’ λέω του οδηγού.

Εξέλαβα τη σιωπή του ως συγκατάθεση και σάλταρα μέσα. Οδηγούσε αμίλητος και ξαφνικά εφ εφ τιναζόταν, τον έπιανε ο ύπνος πάνω στο τιμόνι και εφ εφ τιναζόταν πάλι. ‘Μίλα μου’. Από Γερμανία ερχόταν, δύο μέρες είχε να κοιμηθεί. Κοιμόταν κι οδηγούσε με το ένα μάτι ανοιχτό, σαν τον καρχαρία. Και με κάτι τεράστια χέρια πάνω στο τιμόνι, σαν αστακός. ‘Μίλα μου’. ‘Τι να σου πω;’, ‘Γιατί πας Αθήνα;’, ‘Για να συναντήσω τον Μίκη Θεοδωράκη’. ‘Κομμουνιστής είσαι;’, ‘Γιατί, ρε; Τι έχουν οι κομμουνιστές, λεπροί είναι;’, ‘Όχι αδερφέ, τι με νοιάζει εμένα τι πρεσβεύει ο άλλος. Κουβέντα να κάνουμε’, ‘Δεν είμαι’, ‘Αλλά ούτε και στο κουρείο πας, ε;’. Είχα μακριά μαλλιά τότε, μέχρι τη μέση, έξαλλος γινόταν ο μπαμπάς μου. ‘Τεντιμπόης είσαι;’ ρωτάει ο καρχαρίας. Υπήρχε τότε ο νόμος 4.000. Άμα έκανες καμιά καφρίλα και είχες και μακριά μαλλιά, σε κούρευαν γουλί οι χωροφύλακες, κρεμούσαν στο λαιμό σου μια ταμπέλα ‘είμαι γάιδαρος, τεντιμπόης’ και σε διαπομπεύανε στις γειτονιές. Είδα μια φορά τρία έτσι κουρεμένα παιδιά να τα σέρνουν οι χωροφύλακες έξω απ’ το πανεπιστήμιο. Τα δύο πήγαιναν με σκυμμένο το κεφάλι. Ο τρίτος, με το κεφάλι ψηλά, είχε στο βλέμμα του θυμό αλλά και σαρκασμό, σαν να θριάμβευε μέσα στη διαπόμπευσή του…».

ΥΓ: Συμπλήρωσα τον αριθμό λέξεων γι’ αυτό το δισέλιδο της «Θεσσαλονίκης» και νιώθω πως ακόμα δεν άρχισα. Μία ακόμα ανεπιτυχής προσπάθεια να μπούμε στο μυαλό του κορυφαίου τροβαδούρου. Εξάλλου αυτό που μετρά είναι τα όσα θα πει ο ίδιος μιλώντας και τραγουδώντας της κάθε μιας γενιάς στο Βασιλικό Θέατρο στην επετειακή συναυλία, μισός αιώνα μετά το «Φορτηγό», στη γενέθλια πόλη.

 

 

 

*Τρίτη 9 Μαΐου, Βασιλικό Θέατρο. Ώρες: Οι πόρτες ανοίγουν: 20:30. Ώρα έναρξης: 21.15, Είσοδος: 32€ A ΖΩΝΗ | 25€ Β’ΖΩΝΗ | 15 € ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ-ΑΝΕΡΓΩΝ | 7€ ΑΜΕΑ

 

 

 

 

Πηγή: makthes.gr/λόγια-και-εικόνες-από-το-φορτηγό/