Παλιά, το ζουμ της κάμερας στο δάκρυ, μπορεί να έκανε τον δείκτη τηλεθέασης επικοντιστή, τώρα γελάει ο κόσμος, γιατί ξέρει ή έστω φαντάζεται τι πραγματικά γίνεται στο πλατό όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους

Ας δεχθούμε ότι παλιότερα υπήρχε και μια πλάκα, κάτι cozy στον τρόπο που οι παρουσιαστές αποχαιρετούσαν το «κοινό τους» για καλοκαίρι. Με λίγο δάκρυ, έναν κόμπο στη φωνή, βαθύτατα –εδώ γελάνε- συγκινημένοι. Λεφτά ακόμη υπήρχαν, αυτός ο γλυκερός συναισθηματισμός ήταν πολύ της μόδας, τσιμπούσε ακόμη ο τηλεθεατής με τις συγκινήσεις του 5λεπτου και τα κλάματα. Είχαν βρεθεί και 4-5 image makers της πεντάρας και είχαν πείσει παρουσιάστριες και παρουσιαστές ότι το κλάμα πουλάει και οι τρεχάμενες μύτες τους έκαναν πιο προσιτούς, πιο ανθρώπινους, πιο της «διπλανής πόρτας», πιο ανόητοι πέθαινες, αλλά η νόρμα πάνω κάτω ήταν αυτή. Και είχε αποτέλεσμα.

 

Αλλά σήμερα, δάκρυα και τρεμάμενες φωνές, γιατί; Στην τηλεόραση δεν υπάρχει ούτε μαντήλι για να κλάψεις. Και μπορεί να μη μας εγκατέλειψε η κιτς αισθητική, ο λαϊκισμός και οι πρακτικές της φτήνιας, ωστόσο, πλέον ένας αμφίδρομος ορθολογισμός υπάρχει και από την πλευρά των τηλεοπτικών σταθμών (όσων απέμειναν, όπως απέμειναν) και από την πλευρά των τηλεθεατών. Έτσι μοιραία, είτε έχει ανανεώσει κανείς συμβόλαιο για την επόμενη σεζόν είτε όχι, βάζει σε σκέψεις αυτό το βιμπράτο στη φωνή και το δάκρυ κάτω απ’ το μάτι. Ας το κάνουμε λίγο πιο απτό, λίγο πιο στην κλίμακα μας, που –ευτυχώς- δεν έχει φώτα και προβολείς, δεν έχει κάμερες και «συμβαίνουν αυτά στις ζωντανές εκπομπές».

 

Ας υποθέσουμε ότι έρχομαι στο γραφείο, κάνω δουλειά μου, αύριο το πρωί φεύγω με άδεια και την ώρα που μαζεύω τα πράγματά μου, αρχίζω να κλαίω και να φιλάω έναν έναν τους συναδέλφους και να τους αποχαιρετάω δίκην μετάταξης στο Αφγανιστάν. Θα τους θορυβήσω; Ναι. Θα υποθέσουν μια κάποια συναισθηματική αστάθεια; Αν και ευγενείς άνθρωποι, πάλι ναι. Θα θεωρήσουν ότι κάτι δεν πάει καλά με ‘μένα και άλλα θέματά μου και γι’ αυτό εκτονώνω την ένταση στα της αποχώρησης; Ε, ναι.

 

Γιατί, λοιπόν, κλαίνε οι άνθρωποι της τηλεόρασης με τη λήξη κάθε τηλεοπτικής σεζόν, χωρίς τον κίνδυνο να χαρακτηριστούν κάπως; Η πρώτη και προφανής απάντηση είναι ότι το «εκεί» τους, ο μικρόκοσμος τους (ευτυχώς) δεν είναι το γραφείο. Εγώ, ακόμη κι αν κάνω σαρδάμ, ακόμη κι αν λογοφέρω με έναν συνάδελφο, ακόμη κι αν μου πέσει η μπουκιά απ’ το στόμα στο πληκτρολόγιο, δεν θα γίνει τίποτα. Άντε να γελάσει ο διπλανός μου, καμία συναισθηματική ένταση, κανένα άγχος ότι κάποιος θα κακολογήσει σε πανεθνική κλίμακα τη στιγμή: αυτή η στιγμή μου δεν υπάρχει on camera να παίζει σε λούπα κάθε που κάποιος θα θυμηθεί για κάτι να με «χτυπήσει». Εμείς ζούμε μόνο με την πίεση της δουλειάς, της όποιας δουλειάς μας, δεν υπάρχει πουθενά μες στα πόδια μας η πίεση της εικόνας να μας μπερδεύει.

Όσο κι αν φαντάζει παιδαριώδες, το κλάμα -η κλάψα, για την ακρίβεια- είναι ακόμη εθνικό σπορ και εργαλείο. Μέτριοι παρουσιαστές και κακές εκπομπές επιβιώνουν για χρόνια χάρη σ’ αυτήν.

Όσο κι αν φαντάζει παιδαριώδες, το κλάμα -η κλάψα, για την ακρίβεια- είναι ακόμη εθνικό σπορ και εργαλείο. Μέτριοι παρουσιαστές και κακές εκπομπές επιβιώνουν για χρόνια χάρη σ’ αυτήν

Κατά δεύτερον, εδώ και χρόνια έχει περάσει η αντίληψη ότι ο κόσμος της τηλεόρασης είναι κόσμος πιο συναισθηματικός, πιο μεταξωτός, πιο αυθόρμητος, πιο καλλιτέχνης. Ανοησίες. Είναι κόσμος εγωπαθής, νάρκισσος και attention whore, κόσμος που θα κάνει τα πάντα για λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω στον αφρό, που κανείς δεν τολμά να του το πει κατάμουτρα, μόνο και μόνο για να συνεχίσουν να δουλεύουν τα περιοδικά, οι δημόσιες σχέσεις και τα social media πλέον, και όλος αυτός ο άθλιος μύλος που κινεί το βρώμικο νερό της τηλεοπτικής πραγματικότητας στην Ελλάδα.

Κατά τρίτον, όσο κι αν φαντάζει παιδαριώδες, το κλάμα -η κλάψα, για την ακρίβεια- είναι ακόμη εθνικό σπορ και εργαλείο. Μέτριοι παρουσιαστές και κακές εκπομπές επιβιώνουν για χρόνια χάρη σ’ αυτήν. Η κλάψα αναφαίνεται ως το στρεβλό μέτρο του φιλότιμου, της προσπάθειας, του επαγγελματισμού (κι ας είσαι ο μεγαλύτερος τεμπέλης που υπήρξε από καταβολής ραδιοκυμάτων). Η κλάψα σε κάνει συμπαθή και η αδυναμία σου σε σώζει. Σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά σε θέλουν δυνατό και στα πόδια σου, στην τηλεόραση μπορείς να είσαι και σκυφτός και δακρυσμένος και ευσυγκίνητος, είναι ένδειξη καλού ανθρώπου, άμεσου, δημοφιλή. Τα συναισθηματικά σου ξεσπάσματα δεν θα παρεξηγηθούν όπως σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά. Επιπροσθέτως, η στιγμή του (ψευτο)λυγμού είναι μια στιγμή που προσφέρεται για εξομολογήσεις, μπηχτές και καρφιά που δεν θα μπορούσαν να διατυπωθούν αλλιώς. Το κροκοδείλιο δάκρυ τις αμπαλάρει με (ψευτο)τρυφερότητα και έτσι ξηλώνεις όσα ράμματα μάζευες για μια ολόκληρη τηλεοπτική σεζόν για αντιπάλους και οικείους εχθρούς.

 

Όσο για το γιατί κλαίνε οι άνθρωποι στην τηλεόραση γενικώς –επειδή έχασαν σε έναν μαγειρικό διαγωνισμό, επειδή κέρδισαν σε ένα ριάλιτι, επειδή κάποιος, κάτι τους συγκίνησε, επειδή έτσι- εδώ θα ήταν καλύτερα να μιλήσει η επιστήμη και δεν θα είχε και πολλά ευχάριστα να πει για τις συναισθηματικές εντάσεις που η κάμερα προκαλεί…

Τελοσπάντων, πισίνες από δάκρυα να γεμίσουν, ούτε η συναισθηματική αστάθεια των ανθρώπων της τηλεόρασης καθαρίζει ούτε φυσικά συγκινείται πια κανείς. Παλιά, το ζουμ της κάμερας στο δάκρυ, μπορεί να έκανε τον δείκτη τηλεθέασης επικοντιστή, τώρα γελάει ο κόσμος, γιατί ξέρει ή έστω φαντάζεται τι πραγματικά γίνεται στο πλατό όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Όσο νωρίτερα το καταλάβουν οι επαγγελματίες ή οι επίδοξοι της παρουσίασης – και οι ίδιοι και οι σύμβουλοι εικόνας, εξακολουθητικά της πεντάρας- τόσο το καλύτερο για την τηλεόραση, πρωινή, μεσημβρινή, βραδινή ζώνη, απολύτως αδιάφορο. Έτσι κι αλλιώς, οι τηλεθεάσεις του ’17 -με εξαίρεση το Survivor- είναι η καλύτερη υπενθύμιση για το τι κάνουν στραβά όλα τα προηγούμενα χρόνια. Αν υπάρχει κάτι που αξίζει για να κλάψουν (πραγματικά, όμως) είναι αυτό

 

 

 

 

 

 

Πηγή: http://www.lifo.gr/articles/tv_articles/151133