Και να τρέχαμε λέει ολημερίς για κάτι άλλο,

Και να τρέχαμε λέει μόνο για την χαρά,

Και να τρέχαμε λέει για την χαρά των άλλων,

Και να τρέχαμε λέει για την δική μας την χαρά,

Και να τρέχαμε λέει πάντα για την αγάπη…

 

       Α.  Δ.Ε.  ΒΑΛΜΑΣ

Νυχτερινός Μαραθώνιος

 

 

 

 

Και ήταν δείλι, την ώρα που ο μαλαματένιος δίσκος γέρνει αργά στα βάθη της Μακεδονίας και καθώς ολοένα και χαμηλώνει στον ορίζοντα, φωτίζει διαγώνια τα γαλήνια νερά του Θερμαϊκού, τα φορτηγά της θάλασσας, το τσιμεντένιο ανάγλυφο της πόλης, τις κορυφές των λόφων της Θεσσαλονίκης. Και ήταν εκείνο το εξαίσιο πορτοκαλί που πυρπολεί τα ανέφελα δειλινά την επιφάνεια της θάλασσας, το νερό καθώς τέτοια ώρα βάφεται απ’ τις σκουρογάλαζες αποχρώσεις των αιωνίων σκιών⸱ των μυθικών Θεών του Ολύμπου. Και ήταν εκείνα τα λιγοστά λεπτά ανείπωτης ομορφιάς αντίκρυ στην θάλασσα και στα ζωντανά της, στα βουνά, στον ιριδένιο ορίζοντα. Και ήταν εκείνες οι άχρονες στιγμές που αξίζουν όσο τίποτε άλλο να τις γευτεί με όλες του τις αισθήσεις όποιος περάσει έστω και για μια φορά στην ζωή του απ’ την μακεδονική πρωτεύουσα.

  Λίγο μετά την είσοδο του επιβατικού σταθμού στο λιμάνι, στην οδό Ναυάρχου Κουντουριώτου είχε συγκεντρωθεί κόσμος πολύς. Οι προετοιμασίες για την σημερινή βραδιά είχαν ξεκινήσει μέρες πριν στην Θεσσαλονίκη. Η τροχαία είχε από ώρα εκτρέψει την κυκλοφορία των οχημάτων από τους δρόμους που θα εξελισσόταν ο νυχτερινός ημιμαραθώνιος και ο δρόμος υγείας και δυναμικού βαδίσματος 5.000 μέτρων που διοργάνωναν οι μεγαλύτεροι φορείς της πόλης. Πρακτικά όλο το κέντρο της συμπρωτεύουσας από Εγνατία και κάτω, ανατολικά και δυτικά, ήταν αποκλεισμένο με μικρές μόνο οδούς διαφυγής.

 

 

   Πέρασε η ώρα, η έναρξη του αγώνα πλησίαζε κι μέρα τρεμόσβηνε σιγά σιγά καθώς η Οκτωβριάτικη νυχτιά σκαρφάλωνε αργά στα κτίρια γύρω απ’ το λιμάνι. Δεν θα περνούσε πολύ ώρα μέχρι που από τις οροφές τους⸱ με τις σκουριασμένες αντένες που κοιτούν όλο το παραλιακό μέτωπο και στο βάθος τον Χορτιάτη, το σκοτάδι θα σαλτάριζε στον ουρανό να σβήσει και τα τελευταία ψήγματα φωτός που θα απέμεναν.

   Θαρρείς και ζήλευε του Μάη τις γλυκάδες τούτη η φθινοπωρινή βραδιά. Λες και ξέχναγε πως δεν ήταν το καλοκαίρι που κόντευε, μα ο χειμώνας που έφτανε σε λίγο. Απ’  τις κορφές των τούβλινων, περίτεχνων οικοδομημάτων του λιμανιού και τους ψηλούς βραχίονες των γερανών που έχασκαν σκουριασμένοι πάνω απ’ τον Θερμαϊκό, παρέες παρέες καθόταν οι ασημόγλαροι, γυρνώντας σαν συγχρονισμένα τα κεφαλάκια τους. Κοιτούσαν με περιέργεια στο βάθος, το συγκεντρωμένο πλήθος των ανθρώπων και τα καμώματα τους.

   Στην αφετηρία του αγώνα ο συνωστισμός ήταν μεγάλος. Λευκοί, κίτρινοι, έγχρωμοι, δρομείς από δέκα και πλέον χώρες περίμεναν το εναρκτήριο έναυσμα. Έως εκείνη την στιγμή, οι φωνές, οι συνεννοήσεις και τα γέλια από τις παρέες που είχαν κατεβεί να τρέξουν ομαδικά, δεν έπαυαν στιγμή. Ίσα ίσα που όλο και φούντωναν στα πρόσωπα και στις ψυχές όλων αυτών που συμμετείχαν σε τούτη την αθλητική γιορτή. Και ήταν τόσοι πολλοί, εκτός από τους αθλητές και τους μεμονωμένους ιδιώτες, λαμβάνανε μέρος και σχολεία που είχαν έρθει να τα εκπροσωπήσουν γονείς, καθηγητές, μαθητές από γυμνάσια και λύκεια όλης της Β. Ελλάδος. Μαζί με τους συλλόγους και τις ομάδες προσωπικού⸱ μεγάλων και μικρών εταιρειών του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, έκαναν την περισσότερη φασαρία με τα πειράγματα και τα χαχανητά τους να αντηχούν ολόγυρα.

   Στο στήθος του δέσποζε το νούμερο 2448, ήταν μικρόσωμος, με συμμετρικά με το υπόλοιπο σώμα, κοντά μα γυμνασμένα πόδια. Φάνταζε σαν παιδί μπροστά στους υπόλοιπους δρομείς⸱ καλά που είχε εκείνη την μονίμως ατημέλητη γενειάδα του και ευτυχώς δεν θα τον μπέρδευαν μέσα στο πλήθος που ανέμενε την έναρξη του νυχτερινού ημιμαραθωνίου. Πέρασαν λίγα μόνο λεπτά ακόμη μέχρι που οι διοργανωτές ανακοίνωσαν απ’ τα μεγάφωνα ότι όλοι έπρεπε να είναι σε ετοιμότητα∙ εντός ολίγου θα δίνονταν η εκκίνηση.

    Καθώς ακούστηκε ο κρότος από το πιστόλι του αφέτη, το πλήθος των δρομέων ξεχύθηκε αστραπιαία στην παραλιακή λεωφόρο και ο χρόνος άρχισε να μετράει στις ειδικές συσκευές όλων των συμμετεχόντων. Οι κορυφαίοι δρομείς προσπαθώντας να πλασαριστούν σε καλή θέση, έτρεχαν με ταχύ ρυθμό ώστε να πιάσουν καλή θέση ή ακολουθούσαν από κοντά τους πιο γρήγορους, έχοντας ο καθένας την στρατηγική του αναλόγως των δυνατοτήτων του. Οι υπόλοιποι προσπαθούσαν ή να πετύχουν έναν καλό χρόνο για να βελτιώσουν την προσωπική τους επίδοση, να μεταφέρουν ένα μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο ή απλά να καταφέρουν να τερματίσουν για τον εαυτό τους, για την χαρά του αγώνα.

    Ο δρομέας με το νούμερο 2448 ακολούθησε ελάχιστα την προκαθορισμένη διαδρομή και γρήγορα βγήκε από την παραλιακή. Πέρασε κάτω από το σημείο σήμανσης διαδρομής και έστριψε στην οδό Βενιζέλου. Κάποιος από τους παρατηρητές του φώναξε όμως εκείνος δεν υπάκουσε και συνέχισε λίγο ακόμη μέχρι που σύντομα χάθηκε στρίβοντας στην Μητροπόλεως. Ο παρατηρητής κατέγραψε το νούμερο 2448 ως παράτυπο, εκτός διαδρομής και έσπευσε να τον ακυρώσει άμεσα απ’ τον αγώνα δρόμου.

   Ο ημιμαραθώνιος εξελίσσονταν κανονικά, οι κορυφαίοι δρομείς είχαν αποσπαστεί αρκετά από τους υπολοίπους και συνέχιζαν με αυξανόμενο ρυθμό. Πολλοί άνθρωποι που δεν συμμετείχαν στον αγώνα, παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον σε διάφορα σημεία του. Ειδικά στην παραλιακή από το λιμάνι, το άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου και μέχρι τον κήπο του νερού στην Νέα παραλία χειροκροτώντας και εμψυχώνοντας τους δρομείς κάτι που γινόταν και σε προκαθορισμένα σημεία από εθελοντές με χρήση ηχητικών και μουσικής για την ενθάρρυνση των συμμετεχόντων.

  Σύντομα δυο λιπόσαρκοι δρομείς από την Κένυα είχαν πάρει κεφάλι στον αγώνα και ξέφευγαν όλο και περισσότερο. Πράγματι ήταν ολοφάνερο ότι ανταγωνίζονταν για την πρωτιά μόνο οι δυο τους, δίχως καμιά ελπίδα για κάποιον άλλον να απειλήσει τις δυο πρώτες θέσεις. Η μεγάλη μάζα των ανθρώπων που χαίρονταν τον αγώνα δρόμου ο καθένας για τα δικά του προσωπικά  “στοιχήματα”, παρακολουθούσε με δέος τους δυο Κενυάτες να περνούν απέναντι τους καθώς ήδη επέστρεφαν ανάποδα στην παραλιακή λεωφόρο. Κάποιοι ίσως και να έκαναν μικρά όνειρα, πως έτρεχαν ανάμεσα στους δυο τους, απειλώντας να τους αρπάξουν την πρωτιά και στεφθούν λέει νικητές, με το κλαδί της αγριελιάς… 


 

 

  Ώρα μετά, οι δύο Κενυάτες αφού διένυσαν την διαδρομή σε διάρκεια σχεδόν μίας ώρας, τερμάτισαν στον Λευκό Πύργο πρώτοι∙ με διαφορά μεταξύ τους ενός λεπτού. Πολύ κοντά τους ένας Έλληνας δρομέας κατέλαβε την τρίτη θέση στο βάθρο μέσα σε επευφημίες. Πέρασαν τρεις ώρες από την εκκίνηση μέχρι να τερματίσει και ο τελευταίος δρομέας. Συγκινητικές στιγμές εξελίσσονταν κάθε φορά που κάποιος τερμάτιζε. Και ήταν πολύ και διαφορετικοί. Άνθρωποι που είχαν ξεπεράσει σοβαρές ασθένειες, τόσο του σώματος όσο και της ψυχής. Άνθρωποι με κινητικά προβλήματα, όρθιοι έδιναν τον αγώνα τους και τώρα πια περνούσαν την γραμμή που τους χώριζε από το ανυπέρβλητο. Άνθρωποι με σοβαρές παραπληγίες, έτρεχαν ξαπλωμένοι στα χειροποδήλατα τους, άλλοι σε αναπηρικά αμαξίδια, άνθρωποι με προβλήματα όρασης μόνοι ή με τον συνοδό τους κάθε τόσο ζούσαν το όνειρο, κέρδιζαν το προσωπικό τους στοίχημα καθώς περνούσαν κάτω από την φουσκωτή αψίδα του τερματισμού με φόντο τον Λευκό Πύργο.

 

 

 

  Λίγο μετά τον τερματισμό του ημιμαραθωνίου, από το νέο δημαρχιακό μέγαρο απέναντι από το πάρκο της ΧΑΝΘ,  ξεκινούσε ο δρόμος υγείας και δυναμικού βαδίσματος 5.000 μέτρων. Η διαδρομή που θα ακολουθούσαν ήταν ένα κομμάτι του ημιμαραθωνίου και θα περνούσαν από τα ίδια σημεία. Όμοια σαν και τα συναισθήματα, όμοιοι όπως οι άνθρωποι και οι προσωπικοί στόχοι τους σε έναν πιο ήπιο αγώνα, έναν προθάλαμο για κάποιους, ώθηση και προθέρμανση για μεγαλύτερους αγώνες στον δρόμο και την ζωή…

   O τερματισμός και αυτού του αγώνα και πάλι στον Λευκό Πύργο. Εδώ η συμμετοχή μαζική και ο ανταγωνισμός λιγότερος. Οι επιδόσεις, επισκιάζοντανaπ’ την χαρά της συμμετοχής και του τερματισμού που για κάποιους συμμετέχοντες ήταν όντως ένας πραγματικός άθλος.

***

     Ήταν περασμένες δώδεκα το βράδυ. Από ώρα πια είχαν ολοκληρωθεί και οι τελευταίοι τερματισμοί του δρόμου υγείας πέντε χιλιάδων μέτρων και οι τεχνικοί σιγά και μεθοδικά είχαν αρχίσει να ξεμοντάρουν τον εξοπλισμό των αγώνων.

 

 

 

    Ο δρομέας 2448 μέσα από τα στενά κάτω από το Γαλλικό Ινστιτούτο, από την οδό Αμαλίας και ύστερα στην Καυταντζόγλου κατέβηκε στην Βασ. Γεωργίου και έφτασε μέχρι το νέο δημαρχείο. Πήρε ανάποδα την παραλιακή και περνώντας απέναντι από το άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου, κάνοντας αναστροφή σε λίγο έφτασε λαχανιασμένος στο σημείο τερματισμού.

   Πέρασε τρισευτυχισμένος την γραμμή τερματισμού δίχως να υπάρχει κανείς να τον υποδεχτεί. Λίγο παραπέρα βρήκε έναν τεχνικό που τον κοίταξε με απορία. Όταν του παρέδωσε τον τεχνικό εξοπλισμό που είχε παραλάβει με την εγγραφή του, εκείνος απλά του είπε  “Το επίσημο σύστημα χρονομέτρησης του ημιμαραθωνίου έχει διακοπή εδώ και ώρα ” και με ένα ελαφρύ μειδίαμα διαπίστωσε “Μάλλον τρέχατε σε άλλον αγώνα…”  Ο 2448 τον κοίταξε και του απάντησε με ένα χαμογελαστό “Σίγουρα”.

    Ο δρομέας ώρα μετά βρέθηκε στο σπίτι του, ετοιμάστηκε και ύστερα ξάπλωσε κατάκοπος στο κρεβάτι του. Στο κομοδίνο του άφησε με προσοχή τα “μετάλλια” αυτού του αγώνα. Ήταν ένα πανέμορφο ολοκόκκινο τριαντάφυλλο που ευωδίαζε μεθυστικά, ένα εικονισματάκι της Παναγίας, ένα καλοδουλεμένο, πολυκαιρισμένο, κεχριμπαρένιο κομπολόι και ένα μεταλλικό σκυλάκι. Τα κοίταζε συγκινημένος εκεί δίπλα του, μέχρι που τον πήρε ένας ύπνος βαθύς και γλυκός, όνειρο μέσα στο όνειρο…

***

   Στο γραφείο της προέδρου του ημιμαραθωνίου ο βραχύσωμος άντρας με την γενειάδα, εδώ και λίγα λεπτά της αφηγούνταν με μεγάλη ένταση τι είχε συμβεί σε εκείνον τον τόσο διαφορετικό ημιμαραθώνιο για τον δρομέα με το νούμερο 2448. Ο Έλληνας πρωταθλητής μεγάλων αποστάσεων, Φανούριος Νίκας, ζούσε ξανά την κάθε στιγμή φορώντας την φανέλα με το 2448 και εκείνη τον άκουγε απορροφημένη μέσα στον δικό του κόσμο.

   Της μίλησε για τον παππού Σεραφείμ και την υπέργηρη κυρία του την Μάρθα που αφού τους βοήθησε να φτάσουν στο σπίτι τους στην οδό Ιουστινιανού πίσω από το παλιό δημαρχείο, του έδωσαν με τις ευχές τους ένα πολυκαιρισμένο εικονισματάκι της Παναγίας. Της είπε και για την μικρή προσφυγοπούλα την Αμίνα από το Αφγανιστάν, στα στενά πάνω από το Υπουργείο Μακεδονίας – Θράκης, που θέλει να γυρίσει στην πατρίδα της μα αυτό δεν γίνεται γιατί φοβάται τους άντρες με τις μαντίλες στο κεφάλι και τα όπλα στα χέρια. Δεν ξέχασε και τον κ. Πέτρο στις 40 Εκκλησιές που είχε φιλίες και μιλούσε καθημερινά με τις γάτες τις γειτονιάς για να μην τρελαθεί, μιας και ήταν ολομόναχος στην ζωή. Χάρηκε τόσο πολύ που μίλησε σε έναν συμπονετικό άνθρωπο για αυτό του έδωσε ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι, από τα πολλά που είχε για να περνά τον χρόνο του⸱ ένα διαφορετικό για κάθε ημέρα της εβδομάδας, τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς του. Τις περιέγραψε πως ζει το παιδί με τις ειδικές ανάγκες ο Μάρκος, που τον βγάζει βόλτα η λιλιπούτεια Σόνια και πάντα δυσκολεύονται να περάσουν ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα μα και στην επιστροφή για το σπίτι στις ανηφόρες της Άνω Τούμπας. Όταν έφτασαν έξω από την πολυκατοικία τους ψηλά στην οδό Διαγόρα, ο Μάρκος του είπε πόσο τον ζήλευε που έτρεχε σε έναν αγώνα δρόμου και ότι μια μέρα όταν δυνάμωναν τα πόδια του∙ όπως το πίστευε με όλη του την καρδιά, θα έτρεχε και εκείνος. Ο δρομέας 2448 του είπε πως το πιστεύει και για αυτό του χάρισε το έγχρωμο περιβραχιόνιο του και ο Μάρκος μια μεταλλική μινιατούρα, το αγαπημένο του σκυλάκι. Ύστερα ήρθε η σειρά για την μοναχική κυρία Μαργαρίτα που ζούσε σε μια παλιά μονοκατοικία στην Αγία Κυριακή. Την βρήκε καθισμένη στο μπαλκονάκι της, μπροστά στον κηπάκο με τις καμέλιες και τα ευωδιαστά τριαντάφυλλα που χαρίζει σε όσους συμπαθεί. Περνούσε ήσυχα τον καιρό της παρέα με τις αναμνήσεις της. Της μίλησε και για τον Στάθη και πως στην γειτονιά του πάνω από το Βαφοπούλειο όλοι τον φωνάζουν μπεκρή,  αν τον ρωτούσες θα σου μιλούσε ώρες για τα βάσανα της ζωής του, αντί να πίνει και να καίει τα σωθικά του. Την Μάρθα μια μεσήλικη κυρία που λόγω της σκλήρυνσης κατά πλάκας περπατάει στους δρόμους της Μαρτίου με την βοήθεια ενός ροζέ μπαστουνιού, μα ποτέ δεν λέει όχι σε ένα χέρι που προσφέρεται από αγάπη. Την έκανε να κλάψει για την κατάντια του Γιάννη, του αστέγου της οδού Κλεάνθους. Κάθεται σκεπασμένος με κουβέρτες και μουσαμάδες το καταχείμωνο και αν μαζέψει πέντε ευρώ απ’ τους περαστικούς πάει στον πατσατζίδικο του Μανώλη, να χορτάσει και να ζεστάνει τα σωθικά του. Αν τον κεράσει ένα πιάτο και ο Μανώλης το δέχεται, μα πάντα θέλει να δίνει το πεντάευρο του, να μην νοιώθει ζητιάνος. Τον συνάντησε παρέα με τον Σωτήρη, το λιλιπούτειο κανίς που το βρήκε άστεγο, σαν εκείνον, να τριγυρνάει στους αφιλόξενους δρόμους. Τώρα τα βράδια οι δυο τους κουρνιάζουν μαζί, σκεπασμένοι με λερές κουβέρτες, έξω από ένα petshop με τις βιτρίνες γεμάτες από φωτογραφίες με ευτυχισμένα κατοικίδια. Της είπε και για την συνάντηση του με τον Θανάση στο χείλος μιας μεγάλης τρύπας στο πεζοδρόμιο εμπρός από το Γαλλικό ινστιτούτο. Πανύψηλος⸱ δυο μέτρα και, με το λευκό του μπαστούνι κινείται προσεκτικά μα πλοηγείται αβέβαια, κινδυνεύοντας συνεχώς μέσα στο γεμάτο παγίδες αστικό τοπίο.    Ολοκλήρωσε την αφήγηση του με την κυρία Λέλα, την άγαμη και άκληρη γερόντισσα που ζει μόνη της στην οδό Αμαλίας, κοντά στο πεδίον του Άρεως. Καμιά ψυχή δεν ενδιαφέρεται για εκείνη, εκτός μιας ηλικιωμένης γειτόνισσας της. Πολλές φορές, ειδικά τα βράδια χάνει το μυαλό της, ανοίγει την πόρτα και βγαίνει χωρίς να ξέρει ποια είναι και που μένει. Για ώρες περιπλανιέται χωρίς προορισμό στους δρόμους του κέντρου ή ζητιανεύει στα φανάρια της ΕΡΤ 3 γιατί λέει στους οδηγούς “έχει ανάγκη να ταΐσει τα μωρά της, που είναι άρρωστα και πεινούν.” Περνάνε ώρες μέχρι να την περιμαζέψει τις περισσότερες φορές κάποιο περιπολικό, ειδοποιημένο από την γειτόνισσα της…

   Η πρόεδρος, καθηλωμένη άκουσε μέχρι τέλους τον βραχύσωμο δρομέα με το νούμερο 2448, για όλα όσα έζησε σε ένα όνειρο, μα και για το πόσο αληθινά συμβαίνουν όλες τούτες οι ανθρώπινες ιστορίες γύρω μας. Τώρα στο γραφείο της προέδρου ήταν πια ένα πραγματικό όνειρο, για το πόσο όμορφο θα ήταν έστω και για μια φορά τον χρόνο, οι άνθρωποι να τρέχουν σε μαραθωνίους όχι μιας προδιαγεγραμμένης διαδρομής μα να ξεχύνονται στους δρόμους, στις γειτονιές, σε νοσοκομεία, γηροκομεία, βρεφοκομεία, ιδρύματα, συσσίτια και δομές υποστήριξης σε όλη την πόλη, σε όλη την χώρα, σε όλο τον κόσμο μας, για να μοιράσουνε ένα χαμόγελο, μια ζεστή αγκαλιά, να απαλύνουμε λιγάκι την μοναξιά, τον πόνο…

   Μαραθώνιοι, ημιμαραθώνιοι, δρόμοι υγείας, οι άνθρωποι τρέχουν για τον δικό τους σκοπό. Το 2016 τον Οκτώβριο καθώς πήγαινα στο κέντρο της πόλης, στο νοσοκομείο Γ. Γεννηματά ώστε να επισκεφτώ την μητέρα μου, βρήκα μεγάλη κίνηση. Οι περισσότεροι δρόμοι του κέντρου ήταν κλειστοί λόγω του νυχτερινού ημιμαραθωνίου. Τότε μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου και τρία χρόνια μετά μετουσιώθηκε σ’ αυτό το διήγημα, ίσως γιατί όχι και σε έναν πραγματικό “αγώνα” ανθρωπιάς…  

 

 

 

 

Στην Λυδία που ξεκίνησε με τις ευχές και τις προσευχές όλων μας, τον δικό της μαραθώνιο.

Στην Εύα και τον σύζυγο της Θεόδωρο, στην μακρινή Αμερική που “τρέχουν” μαζί εδώ και δεκαετίες με γενναιότητα στην ζωή και εύχομαι ολόψυχα να συνεχίσουν για πολλά χρόνια ακόμη.

  Τις θερμότατες ευχαριστίες μου στον ζωγράφο, Ντίνο Παπασπύρου για την κοινή μας πορεία σε όλα τούτα τα διηγήματα από το 2011.

ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-59, Απόβραδο στη Νέα Παραλία, τέμπερα 22Χ30 εκ., 2008, Κωδ. 609

ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-231, Ο ΕΠΙΒΑΤΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΟΛΘ

ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-112, Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-7, Το συντριβάνι στο πάρκο της ΧΑΝΘ, τέμπερα, 36Χ19 εκ., 1991

ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-110, Νυχτερινό από τη Νέα Παραλία, τέμπερα, 22.5Χ34 εκ., 1998

Α.  Δ. Ε.  ΒΑΛΜΑΣ

14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2019

 

 

 

 

 

Πηγή: https://tasosv.blogspot.com/2019/04/blog-post.html?fbclid=IwAR0GLgeszmoqGriYmHwAmcWSEk7Pu66y_rEfauqLKTjUmSjiUVd1LcKetQs