Η πρόθεση του Αλέξη Τσίπρα να αναδείξει τη Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα της βιομηχανίας» ακούγεται όμορφα. Τόσο διότι η περιοχή έχει σημαντική παραγωγική παράδοση, αλλά και αξιόλογο παρόν, παρά την πολυετή κρίση και ύφεση. Μόνο που –όπως συμβαίνει πάντα- τα λόγια και τα σχέδια των πολιτικών, όταν δεν μένουν στα χαρτιά και στις εξαγγελίες, καθυστερούν απελπιστικά. Και όταν έρχεται η ώρα των μέτρων είναι σχεδόν πάντοτε αργά. Η Θεσσαλονίκη μέχρι να γίνει «πρωτεύουσα της βιομηχανίας» διατηρεί τον τιμητικό τίτλο της ως  «πρωτεύουσα των προσφύγων» -αφού με το που ενσωματώθηκαν πλήρως οι απόγονοι όσων έφτασαν στην πόλη το 1922 ήρθε το νέο κύμα προσφυγιάς στη δεκαετίας του 1990-, αλλά και τον κατάμαυρο τίτλο της «πρωτεύουσας της ανεργίας».

Λίγες μόνο ώρες πριν από την ομιλία Τσίπρα στο Βελλίδειο ο πρόεδρος του ΣΒΒΕ Θάνος Σαββάκης ανακοίνωνε από το ίδιο βήμα τα αποτελέσματα έρευνας – καταγραφής του Συνδέσμου και της ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ για την κατάσταση της μεταποίησης από το 2000 μέχρι σήμερα στους 20 νομούς της Μακεδονίας, της Θράκης και της Ηπείρου. Η εικόνα είναι από θολή έως βαθύτατο γκρι. Στη Θεσσαλονίκη δε λειτουργεί, πλέον, το 30% των μεταποιητικών επιχειρήσεων που υπήρχαν το 2000 ή άνοιξαν στο μεταξύ μέχρι σήμερα. Στο Κιλκίς το ποσοστό υπερβαίνει το 50%, στον Έβρο είναι πάνω από 60% και στην Κομοτηνή πλησιάζει το 35%. Σε όλους τους νομούς του βορειοελλαδικού τόξου το ποσοστό των λουκέτων είναι πάνω από 20%.

Ανεξάρτητα αν αυτή η εικόνα οφείλεται στη μετανάστευση επιχειρήσεων στις γειτονικές χώρες στις δεκετίες του 1990 και του 2000 ή στην κρίση και την ύφεση της τελευταίας οκταετίας –προφανώς και στα δύο- η ουσία δεν αλλάζει. Η επαναφορά της βιομηχανικής παραγωγής δεν είναι απλή υπόθεση. Ούτε φυσικά μπορεί να «πυροδοτηθεί» από τη μια ημέρα στην άλλη.

Χρειάζεται χρόνος και σοβαρές προϋποθέσεις για να γίνουν νέες εγκαταστάσεις ή να μπουν μηχανήματα σε σχολάζοντα εργοστάσια, ώστε τελικά να ανάψουν τα… φουγάρα, να παραχθούν προϊόντα και να δουλέψει κόσμος. Το χειρότερο με την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί είναι ότι έχουν διαγραφεί από τον παραγωγικό χάρτη επιχειρήσεις που στήθηκαν σε βάθος δεκαετιών. Ταυτόχρονα πολλές από αυτές που εξακολουθούν να λειτουργούν έχουν προβλήματα που σχετίζονται με τη δυνατότητα να χρηματοδοτηθούν, αφού χρωστάνε και έχουν «κοκκινίσει» βαθύτατα. Αλλά και με το σχετικά χαμηλό επίπεδο της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας τους, θέματα που εν μέρει προκύπτουν ακριβώς επειδή δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν ή και αν τα καταφέρουν το κόστος είναι υψηλό. Διότι καλό είναι να λέμε ότι υπάρχουν εκατοντάδες επενδυτικά σχέδια που περιμένουν να υλοποιηθούν, αλλά καλύτερο να γνωρίζουμε ότι στην πορεία κάποια από αυτά θα ναυαγήσουν διότι οι επιχειρήσεις δεν θα μπορέσουν να εισφέρουν το δικό τους μερίδιο. Οπότε ή δεν θα ξεκινήσουν καθόλου ή θα μείνουν στη μέση ή θα αναζητήσουν άλλους, τρόπον τινά πλάγιους, τρόπους. Όχι όλες, ούτε καν οι περισσότερες, αλλά σίγουρα κάποιες από αυτές. Πολλοί επιχειρηματίες κατέθεσαν τις προτάσεις τους στον Αναπτυξιακό Νόμο ένα χρόνο πριν ή και παραπάνω πιστεύοντας ότι με την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας θα ομαλοποιηθεί.

Το ζήτημα της βιομηχανικής ανάστασης στον ελληνικό Βορρά –ενδεχομένως και οπουδήποτε αλλού- είναι πολύπλοκο. Η εξίσωση έχει πολλούς παράγοντες και είναι αμφίβολο εάν οι κυβερνητικές εξαγγελίες τους λαμβάνουν όλους υπόψιν τους. Το κρίσιμο ερώτημα έχει να κάνει με το χρόνο, κατά τον οποίο μπορεί να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί μια κρατική πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά και με την πολιτική βούληση και τα αντανακλαστικά της γραφειοκρατίας του ελληνικού δημοσίου. Όταν –για παράδειγμα- σε μια επένδυση του μεγέθους και του συμβολισμού του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού στην Αττική συμβαίνουν τα όσα απίθανα συμβαίνουν τι να περιμένει κανείς για τη Θεσσαλονίκη ή το Κιλκίς; Ούτε μια απλή μεταφορά συντελεστή δόμησης από το ένα οικόπεδο μιας βιομηχανίας σε άλλο οικόπεδο της ίδιας βιομηχανίας μέσα στην ίδια ΒΙ.ΠΕ. δεν μπορεί να γίνει, με αποτέλεσμα ο επιχειρηματίας να σκέφτεται για την παραγωγική του επέκταση κάποια από τις γειτονικές χώρες.  Η λογική του fast track –ακόμη κι όταν εξαγγέλλεται- απέχει πολύ από την ελληνική πραγματικότητα. Κυρίως διότι απαιτεί πρακτικούς ανθρώπους, οι οποίοι στον δημόσιο βίο και τη δημόσια διοίκηση της χώρας είναι είδος εν ανεπαρκεία, αν όχι προς εξαφάνιση. Ενώ όλα πρέπει να γίνουν πολύ γρήγορα.

Εξακολουθούν να κινούνται πολύ αργά. Κανείς δεν θέλει να ξεπεράσει τις θεσμοθετημένες επί δεκαετίες –και εν πολλοίς ξεπερασμένες- διαδικασίες, διότι κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη. Εάν υπήρχε πραγματική πολιτική βούληση θα άλλαζαν –επίσης με διαδικασίες fast track- οι νόμοι, αλλά αυτά στην Ελλάδα δε γίνονται. Εκτός κι αν υπάρχει πίεση από το εξωτερικό, όπως ήταν τα έργα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, κάτι που έγινε μια φορά και τελείωσε.

 

 

 

 

Πηγή: www.voria.gr/article/pos-tha-epistrepsi-i-viomichaniki-anaptixi-sti-voria-ellada