Μια μέρα με μεγάλη θαλασσοταραχή άπλωσε το νυφιάτικο σεντόνι της για να στολίσει τα ακριβά της όνειρα, εκείνα που έπλεκε μέρα και νύχτα με αστραπές και με ψιχάλες, με ήλιους και φουρτούνες, με αδιάκοπους χειμώνες και ολόθερμα καλοκαίρια. Ω! Πόση υπομονή έκανε για να καθρεφτίσει την έξοχη τέχνη της σε δημιουργία… Και τότε ήρθε μια σταγόνα βροχοσταλίδας για ν’ αποκριθεί στο μέγιστο ερώτημα, αυτό που την βασάνιζε στα ήσυχα φεγγαρόφωτα της νύχτας. Τότε που η σιωπή ζητούσε τον χώρο της καρδιάς της. Μέρα εαρινή αλλά με τον βοριά να λυσσομανάει και στον καμβά της μνήμης την επισκέφθηκε ένας «τενεκετζής».

Έτσι τον έλεγαν στο χωριό. Δεν είχε όνομα. Ήταν χωρίς ταυτότητα. Είχε μόνο μια ιδιότητα. Να συλλέγει τενεκέδες και παντός είδους μέταλλα και με την καλλιγραφία των χεριών να τα μεταπλάθει σε μικρά όμορφα αντικείμενα, περίτεχνα και καλαίσθητα με συμβολικό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος, είναι το μοναδικό ον στον κόσμο που δημιουργεί συνειδητά ή ασυνείδητα αυτό που κληρονόμησε από τους προγόνους του. Ο «τενεκετζής» είχε καλλιτεχνικές ρίζες από τον παππού του τον Όμηρο, που σμίλευε το ατσάλι, το μαλάκωνε και το καλόπιανε και κατάφερνε να το κάνει να μιλάει ή να κλαίει. Στη χαμένη Τραπεζούντα, την πατρίδα του, δεν υπήρχε το όνειρο. Οι τραγουδοποιοί κι οι ποιητές διεκτραγωδούσαν το μαράζωμα ή έψαλλαν παρηγορητικά για να φωτίζουν το μαρμαρωμένο παρελθόν. Σμίλευαν το μάρμαρο και το ατσάλι για να ξορκίσουν το κακό. Ο «τενεκετζής» έφερε κι αυτός με μια μεθύστερη και μεταλλαγμένη από μνήμες τέχνη, το ρίζωμα και την περιπλάνηση ή αλλιώς την νοσταλγία. Ήταν ένα θαυμαστό ζωντανό παράδειγμα της ιστορίας με τον μύθο.

Τη μέρα που χτύπαγε την πόρτα της Ακριβούλας, κατακόσμησε την ψυχή του με χίλια μύρια περιστέρια και σπόρους για να ξαναγεννήσει μια βάση, ένα φως που θα τον περιμένει κάθε φορά που θα ψιχαλίζουν τα μάτια του. Ευλογημένο το συναίσθημα της προσμονής, πάντα έχει μια δεσπόζουσα θέση στην αυταπάτη του χρόνου. Με την Ακριβούλα πήγαιναν στην ίδια τάξη του σχολείου. Τότε στο μακρινό χωριό της Φλώρινας, χελιδονούσαν οι άνοιξες και τα σκιρτήματα του έρωτα, κρυφά και ενοχικά αλλά πάντα λαχταριστά και με παλμό. Ο έρωτας είχε την τιμητική του στα τραγούδια και στους ύμνους στα μοιρολόγια και στα δάκρυα της απολησμονιάς και όταν τον βίωναν οι άνθρωποι, συνήθως ζωογονούσαν την ζωή για ν΄ αντέξουν τις απρόσμενες απώλειες και το αφόρητο βάρος της ιστορίας. Προσφυγόπουλα και οι δυο, οπλίστηκαν με δύναμη για ν’ αντέξουν την φτώχεια και την αδικία, σ’ ένα ακριτικό χωριό της Ελλάδας που ξαναστήλωνε τα πόδια της μετά τον μαρασμό του εμφυλίου και βάδιζε σαν κακοποιημένη νεράιδα στα χαλάσματα της ιστορίας.

Στο σχολείο πάντα μαζί μοιραζόντουσαν τα λιγοστά ψίχουλα που έμεναν στα τραπέζια από τα συσσίτια της κατοχής. Πολλές φορές τάιζαν και τα περιστέρια μέσα στα γέλια και στη χαρά για καταπνίξουν την ένδεια και αδημονία του αβέβαιου. Στην απόγνωση του καιρού η Ακριβούλα και «ο τενεκετζής» μετουσίωναν και μεταμόρφωναν τα ελάχιστα που είχαν και τα φτιασίδωναν σαν ταχυδρομικά δελτάρια αγάπης με μάτια ορθογραφημένα από ουρανό και ήλιο. Έτσι σιγά – σιγά και ενώ κυλούσε η ζωή με πολλά αντίο των ψυχών και με πόνο των σωμάτων βρήκαν έναν βηματισμό απαλλαγμένο από μαράζι και ιστόρησαν τον δικό τους έρωτα στις κορυφές και τις κοιλάδες με τις ψηφίδες της καρδιάς, που αντιστεκόταν στον διαρκή θρήνο της μεταπολεμικής εποχής.

Όμως, η μοίρα κι η ζωή είναι σαν την ακροτελεύτια συγχορδία του Βach και η μεγαλύτερη τέχνη, είναι η τέχνη να περιμένεις. Να περιμένεις. Αυτό, θα κυριεύσει ανεπαίσθητα στη μνήμη της συνείδησης και της καρδιάς. Κι ίσως αυτό να είναι και το νόημα της ζωής. Η αυτοπραγμάτωση της συνειδητής και εύθραυστης ύπαρξής μας. Η Ακριβούλα, δεν ευτύχησε να έχει παιδιά, παρά τα πολλά προικιά της και τα κάλλη της. Έφερε την απόκοσμη μυρωδιά της εγκατάλειψης και της απώλειας στα χρόνια που ο αιχμηρός πόνος της αδικίας κάθε λίγο της αφαιρούσε εκείνο το ουράνιο χαμόγελο που ανθοφορούσε άνοιξη. Εικόνες άσπρες και μαύρες, και όταν ήταν πολύχρωμες ακριβοθωρούσαν Άγιες μνήμες απόντων.

Ο «τενεκετζής», ήταν ο δικός της Ανέστης, σαν εικαστική παρουσία στην πολυκύμαντη ζωή της.  Πέρασαν έτη πολλά και ανθρωποφάγα αλλά η μνήμη κράτησε όλη την χειμαρρώδη ευφορία του παιδικού της έρωτα. Τα πάθη της και τα λάθη της αναζητούσαν την παλιά αναρχική έκφραση του Ανέστη, που της έδινε την φλόγα της φαντασίας και της χαράς. Ασυγκράτητη ροδιά ανοίξεως η ψυχή της. Πλωτό καράβι η καρδιά της. Όλα τα χωράει, αλλά να ξαναδεί τον Ανέστη μετά 40 χρόνια δεν το χωρούσε ο νους της.

Ο Ανέστης μετοίκησε από το χωριό όταν ήταν στην εφηβεία. Πήγε στον Πειραιά να μάθει την τέχνη του σιδηρουργού. Εκεί παντρεύτηκε, νοικοκυρεύτηκε κι έκανε τους χειμώνες καλοκαίρια με την όμορφη τέχνη του. Άρχισε να σμιλεύει το μέταλλο και να το μετατρέπει σε καλλιτεχνία. Καταξιώθηκε και μεγαλούργησε την σπορά του παππού του Όμηρου, που τον έλεγαν «τενεκετζή», κι έδωσε πνοή στον πόνο και στον θάνατο. Ο γιος του μεγάλος επιστήμονας, βιολόγος γενετιστής. Διέπρεπε σε διεθνή εργαστήρια ερευνώντας για τον καρκίνο.

Στην γυναίκα του χρωστούσε στήριξη και υποστήριξη όλα τα χρόνια που έφυγαν. Της άναβε πάντα το κεράκι σε παρεκκλήσια. Είχε μεγάλο σεβασμό στα ταπεινά παρεκκλήσια. Το καθένα ιστορούσε μια μνήμη χαρμολύπης.  Αναμετριόταν κάθε μέρα και κάθε νύχτα με τα προαγγέλματα της φαντασίας του και ζωγράφιζε τον δικό του ειρηνικό Παράδεισο. Τον δικό του κήπο, των πολυτάλαντων αναστεναγμών και πόθων. Η Ακριβούλα, πορευόταν με την δική της έρευνα. Δάμαζε την ερημιά των ανθρώπων με την θεραπεία της γραφής και της ανάγνωσης. Η ψυχοθεραπεία, είναι μια οδοιπορία χωρίς σταματημό. Η ζωή σε ακινητοποιεί αν δεν μπορείς να την ερμηνεύσεις. Κάθε φορά που ανέλυε ένα θεραπευόμενο, τακτοποιούσε και τα δικά της τραύματα σε δοχεία λήθης. Αυτό της έδινε την αίσθηση του μοιράσματος μέσα από την αγάπη. Ανακάλυπτε πάντα και στις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ψυχής τους κρουνούς της αγάπης, της κατανόησης και της επιείκειας. Το σύθαμπο, κατηφόριζε ή ανηφόριζε τον μεγάλο δρόμο που οδηγούσε στο ποτάμι. Εκεί, καταύγαζαν τα μάτια της και η καρδιά της μια έλευση. Ένα όραμα.

Η Ακριβούλα, ζούσε για την αλάλητη τρυφερότητα, για την μέρα που τα χείλη της θα γλύκαιναν με τα ανθόφυλλα του Ανέστη! Ήταν μια κατάσταση η προσμονή της και όχι μια προσκόλληση στο παρελθόν. Ζούσε σε μια ροή ευγνωμοσύνης για όλα τα απλά και τα ασήμαντα, πυροδοτώντας κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή το λησμονημένο δοχείο της ιαματικής φαντασίας. Αλλάζουν όλα. Αλλάζουν και οι άνθρωποι με της φωτίσεως το έλαιο, όταν ιερουργούν σιωπηλά την ιερή τέχνη της ζωή.

 

_

γράφει η Ιφιγένεια Παραστατίδου

Πηγή: https://tovivlio.net/Της-παραμυθούς-μια-αληθινή-ιστορία/